
Η σπατάλη τροφίμων αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα και ταυτόχρονα πιο παραγνωρισμένα προβλήματα της κλιματικής κρίσης. Όμως, καθώς οι χώρες αναζητούν τρόπους για να περιορίσουν τα απόβλητα τροφίμων, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι δεν πρέπει να αγνοηθεί ένας ακόμη παράγοντας: η πλαστική ρύπανση.
Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ, περίπου το 1/3 των τροφίμων που παράγονται παγκοσμίως καταλήγει κάθε χρόνο στα σκουπίδια. Στις ΗΠΑ, το 40% των τροφικών αποβλήτων οδηγείται σε χώρους υγειονομικής ταφής, όπου ευθύνεται για την έκλυση 30 εκατ. μετρικών τόνων ισοδυνάμου CO₂ ετησίως- ποσότητα μεγαλύτερη από τις συνολικές ετήσιες εκπομπές CO₂ της Κούβας το 2024, οι οποίες ανήλθαν σε 24,4 εκατ. τόνους.
Σε μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Nature Food», ερευνητές στις ΗΠΑ αξιοποίησαν μοντέλα ανάλυσης κύκλου ζωής προκειμένου να εξετάσουν και να συγκρίνουν τις επιπτώσεις διαφορετικών μεθόδων διαχείρισης των τροφικών αποβλήτων στο κλίμα, τη ρύπανση των υδάτων από θρεπτικά συστατικά και τη μόλυνση από πλαστικά. Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου του Βερμόντ συνέκριναν τις ετήσιες κλιματικές επιπτώσεις της ταφής τροφικών αποβλήτων με εκείνες εναλλακτικών μεθόδων ανακύκλωσης.
Πρωτοποριακή μελέτη
Διαπίστωσαν ότι η εκτροπή των τροφικών αποβλήτων από τους χώρους υγειονομικής ταφής θα μπορούσε να μειώσει τις κλιματικές επιπτώσεις κατά 89% έως 99%. Τα σενάρια που δεν περιλαμβάνουν ταφή θα μπορούσαν επίσης να περιορίσουν τη ρύπανση των υδάτινων σωμάτων από θρεπτικά συστατικά- μια διαδικασία γνωστή ως ευτροφισμός, η οποία προκαλείται όταν η περίσσεια θρεπτικών ουσιών οδηγεί σε μαζική ανάπτυξη φυκιών.
Ωστόσο, οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι τα μικροπλαστικά μπορούν να παραμένουν στο κομπόστ (φυσικό λίπασμα), γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει στην εναπόθεση έως και 20.000 τόνων μικροπλαστικών στα γεωργικά εδάφη των ΗΠΑ κάθε χρόνο. Μέχρι σήμερα, καμία μελέτη δεν είχε εξετάσει σε εθνική κλίμακα το «αποτύπωμα πλαστικής ρύπανσης» των διαφορετικών μεθόδων διαχείρισης τροφικών αποβλήτων.
Η επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Κέιτ Πόρτερφιλντ, εξήγησε ότι η μεθοδολογία είναι αντίστοιχη με τον υπολογισμό του «αποτυπώματος άνθρακα ενός προϊόντος ή μιας διαδικασίας». Οι ερευνητές, ουσιαστικά, εξέτασαν ολόκληρη τη διαδικασία διαχείρισης των τροφικών αποβλήτων και «κατέγραψαν τις εκπομπές άνθρακα σε όλα τα στάδια του κύκλου ζωής».
Η Πόρτερφιλντ σημείωσε ότι μεγάλο μέρος των τροφίμων που καταλήγουν στα σκουπίδια εξακολουθεί να βρίσκεται μέσα στη συσκευασία τους, καθώς «χαλάει προτού καν φτάσει στον καταναλωτή». Μία από τις μεθόδους διαχείρισης είναι η χρήση μηχανικού συστήματος αφαίρεσης συσκευασιών. Στη συνέχεια, οι συσκευασίες οδηγούνται σε χώρους υγειονομικής ταφής, ενώ τα τρόφιμα αξιοποιούνται με άλλους τρόπους, όπως η κομποστοποίηση ή η αναερόβια χώνευση.
Ωστόσο, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ακόμη και αν οι τεχνολογίες διαχωρισμού των πλαστικών είχαν αποτελεσματικότητα 99%, η εκτροπή των τροφικών αποβλήτων από τους χώρους υγειονομικής ταφής θα μπορούσε να αυξήσει τη ρύπανση των εδαφών από μικροπλαστικά κατά μία τάξη μεγέθους.
«Κάθε φορά που εκτρέπουμε τα τροφικά απόβλητα, υπάρχει κίνδυνος ρύπανσης από μικροπλαστικά, καθώς οι άνθρωποι δεν είναι τέλειοι, ούτε και οι μηχανές και συνήθως τα τρόφιμα συσκευάζονται σε πλαστικό», ανέφερε.
Η καινοτομία του Βερμόντ
Η πολιτεία του Βερμόντ διαθέτει, σύμφωνα με τον συν-συγγραφέα της μελέτης, Ερικ Ρόι, μία από τις «πιο φιλόδοξες» πολιτικές στις ΗΠΑ για την εκτροπή των οργανικών αποβλήτων από τους χώρους υγειονομικής ταφής. Ο νόμος της πολιτείας για την καθολική ανακύκλωση τέθηκε πλήρως σε εφαρμογή το 2020 και προβλέπει την υποχρεωτική εκτροπή των τροφικών αποβλήτων από τους χώρους υγειονομικής ταφής. Το μέτρο αφορά όλα τα νοικοκυριά, με αποτέλεσμα τα υπολείμματα τροφίμων να απαγορεύεται να καταλήγουν στους κοινούς κάδους απορριμμάτων.
Οι συγγραφείς της μελέτης εκτιμούν ότι τα ευρήματά τους μπορούν να συμβάλουν στην αξιολόγηση της πιθανής εφαρμογής αντίστοιχων κανονισμών σε εθνική κλίμακα, υπογραμμίζοντας παράλληλα την ανάγκη να δοθεί «μεγαλύτερη προσοχή στο ζήτημα των πλαστικών» ήδη από τον σχεδιασμό τέτοιων πολιτικών.
Μπορούμε να απαλλαχτούμε από τις πλαστικές συσκευασίες;
Ο Φιλ Χόλταμ, συνιδρυτής και διευθυντής της κοινωνικής επιχείρησης διαχείρισης τροφικών αποβλήτων Sussex Surplus, επισημαίνει ότι επικρατεί «η λανθασμένη αντίληψη» πως οι πλαστικές συσκευασίες είναι περιττές. Όπως είπε, πρόκειται συχνά για έναν «αναγκαίο συμβιβασμό», καθώς συμβάλλουν στην παράταση της διάρκειας ζωής των φρέσκων προϊόντων, ιδιαίτερα στις μικρές αγροτικές εκμεταλλεύσεις.
«Εκεί βρίσκεται η ένταση», ανέφερε. «Ως περιβαλλοντολόγοι θέλουμε να μειώσουμε τη σπατάλη τροφίμων, αλλά ταυτόχρονα θέλουμε να αποτρέψουμε την άσκοπη χρήση πλαστικών».
Σε τελική ανάλυση, σύμφωνα με την Πόρτερφιλντ, τα συστήματα διαχείρισης τροφικών αποβλήτων θα πρέπει να είναι «όσο το δυνατόν πιο απλά», ώστε ο διαχωρισμός των υλικών να γίνεται σχεδόν αυτόματα από τους πολίτες. Σε αυτό περιλαμβάνεται και η αντιμετώπιση του φαινομένου του «wish recycling», δηλαδή της πρακτικής κατά την οποία οι πολίτες πετούν μη ανακυκλώσιμα αντικείμενα στους κάδους ανακύκλωσης, ελπίζοντας ότι τελικά θα ανακυκλωθούν.
Ο Ρόι συνιστά, τέλος, μια «παλιάς σχολής περιβαλλοντική προσέγγιση» για τη μείωση των απορριμμάτων συνολικά: «αγοράστε χύμα προϊόντα, καταβάλετε κάθε δυνατή προσπάθεια να τα διαχωρίσετε και σε περίπτωση αμφιβολίας, πετάξτε τα στον χώρο υγειονομικής ταφής».
Πηγή: Guardian
www.ertnews.gr
Ακολουθήστε το myvolos.net στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.