
Του Αλέξανδρου Ρωμανού Λιζάρδου
Αν και παρακολούθησα ήδη την πολυαναμενόμενη ταινία σε ειδική προβολή έκπληξη στο Annecy International Animation Film Festival, δυστυχώς σέβομαι το embargo και δεν θα προβώ σε αναλυτική κριτική, όμως μου είναι αδύνστο να μη μοιραστώ γραπτά την εμπειρία του «Forgotten Island», της νέας πρωτότυπης παραγωγής της DreamWorks Animation, η οποία τολμά να αφηγηθεί μια πρωτότυπη ιστορία εμπνευσμένη από τη φιλιππινέζικη κουλτούρα, τη μυθολογία και την αισθητική της δεκαετίας του 1990.

Οι σκηνοθέτες Joel Crawford και Januel Mercado, οι δημιουργοί πίσω από τις επιτυχίες της πρόσφατης ταινίας των «Croods» αλλά και της δεύτερης ταινίας του «Γάτου Σπιρουνάτου», παρουσίασαν στο Annecy εκτεταμένο υλικό από την ταινία (την ολόκληρη πρώτη πράξη), επιτρέποντας στο κοινό να πάρει μια πρώτη ουσιαστική γεύση από έναν κόσμο που δείχνει πολύ μεγαλύτερος και πιο φιλόδοξος από ό,τι άφηνε να εννοηθεί το teaser που κυκλοφόρησε πριν από λίγες εβδομάδες.

Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκονται οι Jo και Raissa, οι οποίες μοιάζουν «απόκληρες» στα σχολικά τους χρόνια για διαφορετικούς λόγους: η μία, ακολουθώντας της αφηγήσεις της γιαγιάς της, αναπτύσσει την προσωπικότητα της με πολύ φαντασία, μύθους και εφευρετικότητα, ενώ η άλλη μάχεται για τη δικαιοσύνη, τη γνώση και την επιστήμη. Και τις δύο συνδέει ένα βραχιόλι αναμνήσεων που «φορτώνεται» με μικροαντικείμενα που καμιά τους δεν θέλει να ξεχάσει. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας νύχτας της Raissa πριν ταξιδέψει στην Αμερική για σπουδές, μαζί θα ανακαλύπτουν μια μυστηριώδη πύλη που τις μεταφέρει στο μαγικό νησί Nakali. Εκεί θα γνωρίσουν πλάσματα και θρύλους που άκουγαν μέσα από τις αφηγήσεις της γιαγιάς Λόλα (που προσφάτως έχει φύγει από τη ζωή). Μετά από ένα 12ωρο μπλακ άουτ θα βρεθούν χωρίς «κλειδί» επιστροφής και με τον κίνδυνο να πρέπει να πουλήσουν τις αναμνήσεις τους για να επιβιώσουν στον έξω κόσμο.

Με τούτα και με κείνα, οι γεννημένοι της δεκαετία του ’80 αισθανθήκαμε παπούδια καθώς η «νέα νοσταλγία» βρίσκεται στα 90es. Με το «Don’t stop Believin» να παίζει στη διαπασών και ακούγοντας τα πιτσιρίκια στην προβολή να φωνάζουν «κοματάρα αυτό, θα γίνει επιτυχία» ή να το αναγνωρίζουν από τη χρήση του σε ένα επεισόδιο του «Glee», με έπιασε ένας πόνος στην καρδιά. Αυτό πάλι για τους δημιουργούς ήταν αναγκαιότητα, καθώς ήθελαν να προσθέσουν πραγματικές εμπειρίες και να παρουσιάσουν μια εποχή χωρίς social media, βιντεοκλήσεις και μηνυματική επικοινωνία που αποσπά. Αυτή η ιδέα ενίσχυε το θέμα της μνήμης και του φόβου της απώλειας της, που διατρέχει ολόκληρη την ταινία. Όλα αυτά μαζί με τα βραχιόλια φιλίας, τις θεότητες και τα δαιμόνια της Φιλιπινέζικης κουλτούρας αλλά και πολλές αισθητικές οπτικοποίησης. Με εναλλασσόμενη οπτική ταυτότητα από το anime και τα manga, στο δισδιάστατο και το ψηφιακό, η ταινία έμοιαζε με το «Ημερολόγιο» να συναντά το «Κουνγκ-φου-ζιο» σε κινούμενα σχέδια. Τα νέον χρώματα και φώτα, τα παράξενα γεωμετρικά μοτίβα και τα διαφορετικά εικαστικά στυλ συνθέτουν έναν κόσμο που μοιάζει να απομακρύνεται αισθητά από τη μέχρι σήμερα αισθητική του στούντιο και να πλησιάζει τις πολυμορφικές νέες ταινίες του «Spiderman» αλλά και το «K-POP: Demon Hunters» που κέρδισε λίγους μήνες πριν το Όσκαρ, όλα αυτά με αναφορές σε εμβληματικά franchise των ‘90es όπως το Dragon Ball Z, και τη Sailor Moon.

Ανάμεσα στα μυθολογικά πλάσματα που παρουσιάστηκαν στο Annecy ξεχώρισε η Manananggal, μία από τις πιο τρομακτικές φιγούρες της φιλιππινέζικης λαογραφίας, την οποία στολίζει με τη φωνή η μιούζικαλ ντίβα Lea Salonga, γνωστή στο παγκόσμιο κοινό από τις ερμηνείες της στα «Aladdin» και «Mulan» (πλέον σε ρόλο κακιάς), με το σώμα της να χωρίζεται στα δύο κάνοντας το κοινό να ανατριχιάζει.
Διαφορετικοί πολιτισμοί, αφηγηματικές παραδόσεις, μυθολογία, pop επιρροές και… ένα ομηρικό ψήγμα (υπάρχει δούρειος ίππος σε μορφή κότας), συνθέτουν ένα χάος που σου θυμίζει ότι οι πραγματικά βιωμένες αναμνήσεις, οφείλουν να έχουν συνειρμούς και χάος.
Η φιλιππινέζικη μυθολογία, το αμερικανικό animation, η ιαπωνική ποπ κουλτούρα και η νοσταλγία των 90s συνυπάρχουν τόσο οργανικά μέσα σε μια ιστορία που τόσο ουσιαστικά μιλά για τη φιλία, τη μνήμη αλλά και τη απώλεια τους.
Σας είπα ότι απαγορεύεται να μιλήσουμε για το σύνολο της ταινίας καθώς η κόπια που είδαμε είναι work in project αλλά θα μου επιτρέψετε να αναφερθώ σε μια τολμηρή επιλογή: δύο ήρωες, ένας από τους ήρωες και ένας από τους αντιήρωες, σκιαγραφούν μια διαταραχή που βασανίζει πολλούς νέους και νέες κολλημένους με τα social media: τη ναρκισσιστική.
Ο ένας χαρακτήρας χρειάζεται ασταμάτητα ενυδάτωση, είναι ρηχός και ψεύτης προσπαθώντας να κερδίσει την προσοχή του κόσμου. Η άλλη ηρωίδα είναι «ζουπηχτή», όμως δεν μπορεί να ζήσει τη ζωή της και να αναπτύξει την προσωπικότητα της, και για αυτό ζει μέσα από τις ζωές των άλλων. Πόσο πιο ηχηρό, επίκαιρο και πρωτότυπο είναι αυτό, όταν το βλέπουμε σε ένα animation που ψυχαγωγεί με τη λιγότερη πολιτική ορθότητα, μελετά και υμνεί τους μύθους, χτίζει πάνω στην παράδοση και φροντίζει να μην κραυγάζει την απελπισία των ηρώων να εκφράσει (ή και να θυσιάσει) τους φόβους της σε ένα πιθανό «αντίο».
www.ertnews.gr
Ακολουθήστε το myvolos.net στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.