
«Για να δημιουργήσει νέο πλούτο, η Ευρώπη πρέπει να αξιοποιήσει τις δυνατότητες του ραδιοφάσματος», επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup Κυριάκος Πιερρακάκης, σε άρθρο γνώμης στους Financial Times. Και δηλώνει, επίσης, ότι «η ΕΕ δεν μπορεί να ζητά από τις εταιρίες τηλεπικοινωνιών της να ανταγωνίζονται σε παγκόσμιο επίπεδο, ενώ εξακολουθεί να οργανώνει έναν από τους πιο στρατηγικούς τομείς της σε εθνική βάση».
Ακολουθεί το άρθρο γνώμης του κ. Πιερρακάκη:
Καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση συζητά τον επόμενο κοινό της προϋπολογισμό, μία παραδοχή παραμένει σε μεγάλο βαθμό αδιαμφισβήτητη: ότι, παρά τις ολοένα αυξανόμενες φιλοδοξίες της, οι διαθέσιμοι πόροι της Ευρώπης είναι πεπερασμένοι. Η άμυνα, η τεχνητή νοημοσύνη και η πράσινη μετάβαση απαιτούν περισσότερες επενδύσεις. Έτσι, η συζήτηση επικεντρώνεται συνήθως στο πώς θα ανακατανεμηθούν οι υφιστάμενοι πόροι μεταξύ ανταγωνιστικών προτεραιοτήτων. Όμως αυτό είναι το λάθος ερώτημα.
Τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της Ευρώπης σπάνια προήλθαν από την αναδιανομή του πλούτου. Προήλθαν από τη δημιουργία του. Η ενιαία αγορά διεύρυνε την ευρωπαϊκή οικονομία, ενώ το ευρώ εμβάθυνε τη χρηματοπιστωτική ολοκλήρωση. Στις κρίσιμες καμπές της Ευρωπαϊκής ιστορίας, η εμβάθυνση της ενοποίησης ενίσχυσε πρωτίστως την παραγωγική δυναμική της Ευρώπης προτού αυξήσει τη δημοσιονομική της ισχύ. Αντί, λοιπόν, να αναρωτιόμαστε μόνο για το πού μπορεί η Ευρώπη να βρει νέα έσοδα, θα πρέπει επίσης να αναρωτηθούμε αν ήδη διαθέτει στρατηγικά περιουσιακά στοιχεία των οποίων η αξία θα μπορούσε να πολλαπλασιαστεί μέσα από βαθύτερη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.
Ένα τέτοιο περιουσιακό στοιχείο είναι το ραδιοφάσμα. Κάθε εφαρμογή τεχνητής νοημοσύνης, κάθε συνδεδεμένο εργοστάσιο και κάθε ψηφιακή δημόσια υπηρεσία εξαρτώνται τελικά από αυτό. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δημιουργήσει μια ενιαία αγορά για αγαθά, υπηρεσίες, κεφάλαια και ανθρώπους, εξακολουθεί να διαχειρίζεται έναν από τους πλέον στρατηγικούς της πόρους μέσω 27 διαφορετικών καθεστώτων αδειοδότησης. Η Ευρώπη δεν μπορεί να αξιώνει από τις τηλεπικοινωνιακές της εταιρείες να ανταγωνίζονται σε παγκόσμιο επίπεδο, όταν εξακολουθεί να οργανώνει έναν τόσο κρίσιμο τομέα σε εθνική βάση.
Ο κατακερματισμός αυτός έχει ολοένα και μεγαλύτερο οικονομικό κόστος. Οι τηλεπικοινωνίες δεν αποτελούν πλέον απλώς έναν ακόμη τομέα υποδομών, συνιστούν τη βάση πάνω στην οποία οικοδομείται η ψηφιακή οικονομία. Η τεχνητή νοημοσύνη, το cloud computing, οι αμυντικές επικοινωνίες και η βιομηχανική αυτοματοποίηση προϋποθέτουν ανθεκτικά δίκτυα υψηλής χωρητικότητας.
Ωστόσο, οι πάροχοι συνεχίζουν να επενδύουν με βάση 27 διαφορετικά χρονοδιαγράμματα δημοπρασιών, διάρκειες αδειών, πλαίσια ανανέωσης και κανονιστικές προϋποθέσεις. Ο κατακερματισμός αυτός εντείνει τη ρυθμιστική αβεβαιότητα, αυξάνει το κόστος κεφαλαίου, περιπλέκει τον μακροπρόθεσμο επενδυτικό σχεδιασμό και επιβραδύνει την ανάπτυξη των δικτύων.
Η μετάβαση από το 5G στο 6G προσφέρει μια σπάνια ευκαιρία να διορθωθεί αυτή η στρέβλωση. Τα επόμενα χρόνια, οι βασικές ζώνες συχνοτήτων του 5G θα χρειαστεί σταδιακά να ανανεωθούν σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ταυτόχρονα, η ανώτερη ζώνη των 6 GHz (6425-7125 MHz) δεν έχει ακόμη κατανεμηθεί. Αντί η διαδικασία να εξελιχθεί μέσα από 27 ξεχωριστές εθνικές αδειοδοτήσεις, η Ευρώπη θα μπορούσε να προχωρήσει στη δημιουργία μιας κοινής Ευρωπαϊκής Ένωσης Φάσματος Συχνοτήτων (European Spectrum Union). Το φάσμα θα παραμείνει στην κυριότητα των κρατών- μελών και οι υφιστάμενες άδειες θα διατηρηθούν σε ισχύ μέχρι τη λήξη τους. Ωστόσο, η διάθεση του μελλοντικού στρατηγικού φάσματος θα πραγματοποιείται στο πλαίσιο ενός κοινού ευρωπαϊκού συστήματος, με συντονισμένα χρονοδιαγράμματα ανανέωσης, εναρμονισμένους όρους αδειοδότησης και κοινά τεχνικά και πρότυπα ασφάλειας.
Τα οικονομικά οφέλη από ένα τέτοιο εγχείρημα θα ήταν σημαντικά: μεγαλύτερη κανονιστική σταθερότητα, καλύτερος μακροπρόθεσμος επενδυτικός σχεδιασμός, χαμηλότερο κόστος χρηματοδότησης και ταχύτερη ανάπτυξη δικτύων 6G. Μια πιο συνεκτική πολιτική για το ραδιοφάσμα, θα ενίσχυε το ευρωπαϊκό οικοσύστημα τηλεπικοινωνιών και την τεχνολογική του βάση. Μια πιο αποτελεσματική πολιτική για το ραδιοφάσμα είναι με αυτή την έννοια και μια πιο αποτελεσματική βιομηχανική πολιτική.
Υπάρχει και ένα δεύτερο όφελος. Η εκχώρηση δικαιωμάτων χρήσης του ραδιοφάσματος αποφέρει σημαντικά δημόσια έσοδα, τα οποία σήμερα κατευθύνονται σχεδόν εξ ολοκλήρου στους εθνικούς προϋπολογισμούς. Σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση Φάσματος Συχνοτήτων, παρότι τα κράτη-μέλη θα μπορούσαν να αποφασίσουν να διατηρήσουν μέρος των εσόδων, ο στόχος θα πρέπει να είναι η διοχέτευση έως και του 75% των μελλοντικών εσόδων στον προϋπολογισμό της ΕΕ ως νέο ίδιο πόρο, ενώ το υπόλοιπο 25% θα κατευθύνεται στην κεφαλαιοποίηση ενός ειδικού χρηματοδοτικού μηχανισμού της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων για έργα συνδεσιμότητας και τεχνολογίας.
Χάρη στη δυνατότητα της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων να μοχλεύει τα κεφάλαιά της μέσω δανεισμού από τις αγορές, αυτό το 25% των εσόδων θα μπορούσε να κινητοποιήσει επενδύσεις πολλαπλάσιες της αρχικής του αξίας, χρηματοδοτώντας υποδομές τεχνητής νοημοσύνης, κβαντικές τεχνολογίες και δίκτυα νέας γενιάς. Αντί να αναδιανέμει μια σταθερή δεξαμενή πόρων, η πρόταση θα διεύρυνε την επενδυτική δυναμική της Ευρώπης και θα δημιουργούσε νέα αναπτυξιακή δυναμική. Είναι επίσης ευθυγραμμισμένη με το νέο δημοσιονομικό πλαίσιο της Ευρώπης. Δεδομένου ότι τα έσοδα από το ραδιοφάσμα δεν θεωρούνται ενεργητικά μέτρα εσόδων στο πλαίσιο των κανόνων της ΕΕ, τα κράτη-μέλη έχουν σήμερα λιγότερα κίνητρα να διατηρούν εξ ολοκλήρου αυτά τα εφάπαξ έσοδα. Αυτό δημιουργεί μια σημαντική ευκαιρία ώστε μεγάλο μέρος της αξίας τους να κατευθυνθεί στη χρηματοδότηση ευρωπαϊκών δημόσιων αγαθών, διατηρώντας παράλληλα τη δυνατότητα των κρατών-μελών να κρατήσουν ένα μέρος των εσόδων.
Ο στόχος δεν είναι ο καλύτερος συντονισμός του ραδιοφάσματος μόνο και μόνο επειδή η Ευρώπη χρειάζεται περισσότερους ίδιους πόρους. Είναι η ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς συνδεσιμότητας, ώστε να ενισχυθούν οι επενδύσεις, να καταστούν πιο ανταγωνιστικές οι ευρωπαϊκές τηλεπικοινωνιακές αγορές και να αποκτήσει η Ευρώπη την τεχνολογική κλίμακα που απαιτεί ο παγκόσμιος ανταγωνισμός.
Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι το ραδιοφάσμα αποτελεί εθνική αρμοδιότητα. Έχουν δίκιο. Όμως πολλές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της ΕΕ ξεκίνησαν ως εθνικές αρμοδιότητες, πριν η οικονομική πραγματικότητα καταστήσει τη βαθύτερη ολοκλήρωση πιο αποτελεσματική επιλογή. Το ερώτημα δεν είναι αν τα κράτη μπορούν να διαχειριστούν το φάσμα συχνοτήτων μεμονωμένα, αλλά αν ο κατακερματισμός αποτελεί τον αποτελεσματικότερο τρόπο οργάνωσης ενός στρατηγικού περιουσιακού στοιχείου σε μια ψηφιακή οικονομία ηπειρωτικής κλίμακας.
Η απάντηση είναι όχι. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση προχώρησε διαχρονικά μέσα από την από κοινού αξιοποίηση στρατηγικών πόρων. Ο άνθρακας και ο χάλυβας αποτέλεσαν τα θεμέλια της βιομηχανικής εποχής. Σήμερα, η συνδεσιμότητα αποτελεί τη θεμελιώδη υποδομή της ψηφιακής οικονομίας. Ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός δεν θα πρέπει να περιορίζεται στο να αποφασίζει πώς θα διανεμηθούν οι πόροι της Ευρώπης. Θα πρέπει επίσης να καθορίζει πώς θα δημιουργηθούν.
www.ertnews.gr
Ακολουθήστε το myvolos.net στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.