Της Μαρίας Σπανού
Σαν σήμερα, πριν έξι χρόνια, πέθανε η διακεκριμένη Ελληνίδα ποιήτρια και ακαδημαϊκός Κική Δημουλά (1931-2020). Η ποίηση από τότε φτώχυνε.
Η Δημουλά, πριν είκοσι περίπου χρόνια ήρθε στον Βόλο προσκεκλημένη του Δήμου και του Συνδέσμου Φιλολόγων Ν. Μαγνησίας. Ήταν ένα ζεστό σούρουπο Κυριακής (29 Μαΐου 2005), όταν το Θέατρο της Παλιάς Ηλεκτρικής γέμισε ασφυκτικά σε κάθε του γωνιά, μέσα και έξω. Άνθρωποι που ήθελαν έστω κι από μακριά να ζήσουν λίγο από τη μέθεξη της ποίησής της. Καιρό πριν, το Δημοτικό Συμβούλιο Βόλου ομόφωνα είχε αποφασίσει την ανακήρυξή της ως επίτιμη Δημότης Βόλου και απόδοση συμβολικής τιμής στο πρόσωπό της για τη μεγάλη προσφορά της στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, τα γράμματα και τις τέχνες γενικά (αρ. απόφ. 169/2005).
Έτσι, εκείνο το μαγιάτικο βράδυ ο χώρος γέμισε ποίηση. «H φωνή της ποιητικής αγωνίας της Κικής Δημουλά τιμάται απόψε.
O λιτός αλλά αιχμηρός της στίχος», ανέφερε, μεταξύ άλλων, στον χαιρετισμό του ο τότε πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Γιώργος Παντελοδήμος. Είχε προηγηθεί ο χαιρετισμός της προέδρου του Συνδέσμου Φιλολόγων Ν. Μαγνησίας Ελένης Χατζηδημητρίου, η οποία είχε συμβάλει καθοριστικά στην εκδήλωση. Λίγα λεπτά αργότερα, ο δήμαρχος Κυριάκος Μήτρου, προσφωνώντας την τιμώμενη, της επέδωσε το ομοίωμα της «Αργούς» μαζί με την τιμητική πλακέτα της πόλης. Στη συνέχεια, η Φιλόλογος και ποιήτρια Τασούλα Καραγεωργίου-κεντρική ομιλήτρια της βραδιάς παρουσίασε με πληρότητα την ποιητική της διαδρομή. Ήταν μια λυρική παρουσίαση.
Και η τιμώμενη, εμφανώς συγκινημένη, εξέφρασε τις ευχαριστίες της για την τιμή που μόλις της είχε γίνει, λέγοντας: «Με το πλεούμενο που μόλις απέκτησα, δεν πρόκειται να μεταβληθώ σε πλοιοκτήτρια έπαρση», είπε, εννοώντας την «Αργώ» που είχε δεχτεί ως δώρο από τον δήμαρχο Βόλου. Ήταν η εποχή της Αργούς, τότε. Κι αμέσως μετά, η Δημουλά απήγγειλε στους παρευρισκομένους κάποιους από τους στίχους της, προσφέροντας πνευματική ευωχία και μιλώντας κατευθείαν στην ψυχή τους.
Τότε, είχαν περάσει μόλις δύο χρόνια από την εκλογή της στην Ακαδημία Αθηνών (2003), καταλαμβάνοντας την έδρα της Ποίησης που χήρευε από τον θάνατο του Νικηφόρου Βρεττάκου, το 1991. Ήταν η τρίτη γυναίκα στην ιστορία του ιδρύματος που έτυχε αυτής της τιμής μετά τη Γαλάτεια Σαράντη και την Αγγελική Λαΐου. Οι ποιητές, τι χρειάζονται σε μικρόψυχους καιρούς; ρωτούσε ο Χέλντερλιν τον 19ο αιώνα, και αυτό ακριβώς το αθάνατο ερώτημα, που επανέλαβε και ο Σεφέρης, έθεσε και απάντησε η Κική Δημουλά, στην πρώτη της ομιλία στην Ακαδημία. Μια ομιλία που έπαιζε με τις λέξεις και τα νοήματα, με τον τρόπο των ποιημάτων της. «Πιστεύω», είπε, «ότι η ποίηση βοηθάει όσο το κερί που ανάβουμε μπαίνοντας σε ένα έρημο, καταργημένο ξωκλήσι, με φευγάτους όλους τους αγίους. Ωφελεί όσους την αγαπούν, επειδή βρίσκουν εντός της μικρά κομματάκια από σκισμένες φωτογραφίες του ψυχισμού τους. Περισσότερο και πιο σωστά ωφελεί εκείνους που πιστεύουν στη μαγεία της. Που δεν θέλουν να θέσουν τον δάκτυλό τους επί τον τύπον της κατανόησής της. Ωφελεί τη γλώσσα. Την περισυλλέγει από τους μεγάλους κάδους της βιασύνης και τη μεταγγίζει με σέβας στο τόσο δα μπουκαλάκι του αγιασμού, μια γουλιά, όσο ακριβώς χρειάζεται να πιει η ουσία. Τέλος ωφελεί όσο μια παυσίπονη σταγόνα η ποίηση, σε έναν ωκεανό λύπης. Δεν είναι λίγο».
Και ας τελειώσω αυτή την μικρή αναφορά στη μεγάλη Δημουλά, που αποτελεί ωραία ανάμνηση από τον καιρό του υπηρεσιακού μου βίου στον Δήμο Βόλου- με λίγους από τους στίχους της για την άνοιξη, με τίτλο «Ασυμβίβαστα»:
Ὅλα τὰ ποιήματά μου γιὰ τὴν ἄνοιξη
ἀτέλειωτα μένουν.
Φταίει ποὺ πάντα βιάζεται ἡ ἄνοιξη,
φταίει ποὺ πάντα ἀργεῖ ἡ διάθεσή μου.
Γι᾿ αὐτὸ ἀναγκάζομαι
κάθε σχεδὸν ποίημά μου γιὰ τὴν ἄνοιξη
μὲ μιὰ ἐποχὴ φθινοπώρου
ν᾿ ἀποτελειώνω.
(Από τη συλλογή «Ερήμην» (1958), συγκεντρωτική έκδοση «Κική Δημουλά- Ποιήματα», εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1998).
Ακολουθήστε το myvolos.net στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.