
Στις συλλογικές μας συνειδήσεις τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά μπλέκονται αξεδιάλυτα, και ο ελληνικός κινηματογράφος έχει συμβάλει γενναιόδωρα σε αυτή τη σύγχυση. Άλλωστε, όταν αλλάζεις χρονιά με φόντο χριστουγεννιάτικα λαμπάκια, ποιος θυμάται αν κάνει ρεβεγιόν ή απλώς… το τελευταίο μοντάζ της χρονιάς;
Με αυτή την αφορμή, ας δούμε τρεις ταινίες που ξεπήδησαν μετά το millennium και ο κεντρικός τους άξονας… είναι οι γιορτές.
Πρώτη, «Το τανγκό των Χριστουγέννων».
Μια ιστορία απαγορευμένου έρωτα και καταπιεσμένων συναισθημάτων, σε ένα χειμωνιάτικο περιβάλλον όπου οι κοινωνικές νόρμες είναι πιο παγωμένες κι από το ίδιο το τοπίο. Ο Γιάννης Ξανθούλης, συγγραφέας της αρχικής νουβέλας, αποδεικνύει ότι ξέρει να «χορεύει» με τις λέξεις καλύτερα κι από τους ήρωές του στο τανγκό. Η ταινία αφήνει μια μελαγχολική αλλά γιορτινή επίγευση, σαν Χριστούγεννα που σε προετοιμάζουν σιωπηλά για μια δύσκολη, αλλά αναγκαία, αλλαγή χρονιάς.
Στο ντόπιο Box office έφτασε τα 203.434 εισιτήρια συνολικά μετά από 6 εβδομάδες προβολής. Τα εισιτήρια αυξήθηκαν με τις δεύτερες προβολές.
Πριν δύο χρόνια, γευτήκαμε και «Κουραμπιέδες από Χιόνι», με τη σκηνοθετική ματιά του Γιάννη Τσιμιτσέλη.
Η ταινία ήταν ένα οικογενειακό δράμα που ξεδιπλώθηκε μέσα σε παγωμένα τοπία και ακόμη πιο παγωμένες σιωπές, φωτίζοντας τις ρωγμές πίσω από τη βιτρίνα των γιορτών. Ο σκηνοθέτης χειρίστηκε το υλικό με λεπτότητα, θυμίζοντάς μας ότι δεν είναι όλα τα χριστουγεννιάτικα γλυκά ή έστω δεν αφήνουν ανάλογη επίγευση. Η συνταγή εκείνων των κουραμπιέδων ήταν εσωστρεφής και στοχαστική, σαν Πρωτοχρονιά χωρίς πυροτεχνήματα, όπου ο απολογισμός μετρά περισσότερο από τις ευχές.
Μέχρι τις μέχρι τις 22 Ιανουαρίου του 2024, η ταινία στο Box office είχε πιάσει τα 163.077 εισιτήρια.
Τέλος, η φετινή έκπληξη της χρονιάς, «Τα Κάλαντα των Χριστουγέννων».
Βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Ντίκενς, η ταινία ελληνοποιεί την ιστορία με πολύ ωραία αισθητική. Κινείται ανάμεσα στη μνήμη, την παιδική αθωότητα και τη δύναμη της αφήγησης ως πράξη αντίστασης στον χρόνο. Η σκηνοθετική ματιά του Χρήστου Κανάκη, έχει μια εσωτερική μελωδία, σα να ψάλλει τα κάλαντα όχι για να αναγγείλει τη γιορτή, αλλά για να μας θυμίσει γιατί τη χρειαζόμαστε. Η ταινία αφήνει μια γλυκιά νοσταλγία, όπως τις τελευταίες ώρες του χρόνου που κοιτάς πίσω πριν τολμήσεις να κάνεις ευχή. Καλά τα λέω… Λυκούργο;
Στο Box office έφτασε μέχρι τα Χριστούγεννα τις 362.340 (με βεβαιότητα ότι έχουν αυξηθεί έκτοτε).
Μπαίνοντας στο 2026, αυτές οι ταινίες μας υπενθυμίζουν ότι στο ελληνικό σινεμά οι γιορτές δεν λειτουργούν ως ημερολογιακό ορόσημο, αλλά ως συναισθηματικός καταλύτης. Και ίσως αυτός να είναι ο λόγος που μπερδεύουμε Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά: γιατί, στο τέλος, αυτό που αλλάζει πραγματικά δεν είναι ο χρόνος, αλλά ο τρόπος που τον αφηγούμαστε.
www.ertnews.gr
Ακολουθήστε το myvolos.net στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.