
Η δήλωση του Dan Lin στους New York Times μοιάζει λιγότερο με στρατηγική ανακοίνωση και περισσότερο με ομολογία κοσμοθεωρίας. Ο πρόεδρος του κινηματογραφικού τμήματος του Netflix είπε καθαρά ότι υπάρχει μια κατηγορία δημιουργών που εξακολουθεί να θέλει αίθουσα και ότι το Netflix έχει αποδεχτεί πως απλώς δεν θα συνεργάζεται μαζί τους. Το «Narnia» της Greta Gerwig, με την προνομιακή κινηματογραφική του έξοδο, παρουσιάζεται όχι ως στροφή αλλά ως εξαίρεση. Αυτό είναι το σημείο όπου η πλατφόρμα σταματά να παριστάνει ότι συνομιλεί με το σινεμά ως ισότιμος θεσμός. Του μιλά ως διανομέας περιεχομένου που ανέχεται την αίθουσα μόνο όταν η εμπορική αξία του γεγονότος είναι αδύνατον να αγνοηθεί.
Η αλλαγή ύφους δεν είναι τυχαία. Ο Scott Stuber προσπάθησε για χρόνια να πείσει σκηνοθέτες με ισχυρή σχέση με την αίθουσα, από τον Alfonso Cuarón μέχρι τον Guillermo del Toro και τον Christopher Nolan, ότι το Netflix μπορεί να υπάρξει και ως κινηματογραφικό σπίτι. Ο Dan Lin μοιάζει να κλείνει εκείνο το κεφάλαιο. Δεν πουλάει πλέον τη μεγάλη οθόνη ως όνειρο, αλλά τη μικρή οθόνη ως τελικό προορισμό. Η πλατφόρμα δεν θέλει να κερδίσει τους σκηνοθέτες που πιστεύουν στη συλλογική θέαση αλλά να τους αντικαταστήσει με δημιουργούς που σκέφτονται εξαρχής μέσα «στο οικοσύστημα της».
Γι’ αυτό και η απογοήτευση γύρω από την απόπειρα εξαγοράς της Warner Bros. Discovery δεν είχε μόνο οικονομική διάσταση. Η Warner δεν είναι απλώς «βιβλιοθήκη ταινιών», με ταινίες από τι σύμπαν της DC, του «Harry Potter», του «Dune» και -φυσικά- του HBO· είναι ένα από τα τελευταία ιστορικά σύμβολα των αμερικανικών στούντιο που εξακολουθούν να παραπέμπουν σε αίθουσα, πρεμιέρες, ουρές, αφίσες, κ.λπ.. Όταν το Netflix εμφανίστηκε ως πιθανός αγοραστής, η αντίδραση δεν αφορούσε μόνο τον φόβο συγκέντρωσης ισχύος, αλλά την υποψία ότι μια εταιρεία που αντιμετωπίζει την κινηματογραφική έξοδο ως εξαίρεση, θα μπορούσε να αποκτήσει ένα στούντιο του οποίου η μυθολογία χτίστηκε ακριβώς πάνω στον κανόνα της αίθουσας.
Το «Cinema United» προειδοποίησε ότι μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε να απειλήσει σημαντικό κομμάτι του αμερικανικού box office, αν ταινίες που παραδοσιακά έβρισκαν στιβαρή έξοδο στις αίθουσες κατέληγαν σε συμβολικές ή περιορισμένες προβολές. Η Elizabeth Warren χαρακτήρισε την προοπτική «αντιμονοπωλιακό εφιάλτη», ενώ συνδικάτα και επαγγελματίες του χώρου είδαν στη συμφωνία όχι μόνο επιχειρηματική επέκταση, αλλά πιθανή αλλαγή της αρχιτεκτονικής του Χόλιγουντ. Το γεγονός ότι το Netflix τελικά δεν ανέβασε την προσφορά του και η Paramount Skydance βρέθηκε «σε θέση οδηγού» δεν εξαφάνισε το ερώτημα, το έκανε πιο καθαρό. Το μέλλον του κινηματογράφου δεν απειλείται μόνο από το ποιος αγοράζει ποιον, αλλά από το τι θεωρεί κάθε αγοραστής ως κινηματογράφο.
Και εδώ η ειρωνεία είναι σχεδόν ιστορική: Την ώρα που το Netflix μοιάζει να παγώνει τη σχέση του με τους δημιουργούς που επιμένουν στη μεγάλη οθόνη, το κοινό επιστρέφει στις αίθουσες με τρόπους που κανένα εταιρικό υπόμνημα δεν μπορεί να προβλέψει.
Το «Backrooms» του Kane Parsons και το «Obsession» του Curry Barker δεν είναι απλώς τυχαίες επιτυχίες αλλά αποδείξεις ότι η νέα γενιά «δεν βαριέται την αίθουσα» αλλά την προσχηματική βιομηχανική ασφάλεια. Το «Backrooms», με ρίζες στην αισθητική του διαδικτύου και του YouTube, ξεπέρασε τα 216 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως σύμφωνα με το Box Office Mojo. Το «Obsession», γυρισμένο με κόστος κάτω από το ένα εκατομμύριο, έγινε φαινόμενο με παγκόσμια πορεία που ξεπέρασε τα 200 εκατομμύρια σύμφωνα με πρόσφατα ρεπορτάζ του ειδικού Τύπου.
Αυτές οι ταινίες κερδίζουν επειδή η αίθουσα τους πρόσφερε αυτό που το streaming δυσκολεύεται να παραγάγει: αίσθηση συμβάντος.
Ο τρόμος ειδικά ζει από το χτυποκάρδι του κοινού, από το γέλιο που σπάει την ένταση, από την κραυγή που μεταδίδεται σαν ωστικό κύμα, από τη σιωπή που γίνεται κοινή ιδιοκτησία για λίγα δευτερόλεπτα. Στο σπίτι, η ταινία ανταγωνίζεται το κινητό, το ψυγείο, την παύση, τη δεύτερη οθόνη. Στην αίθουσα, ο θεατής παραδίδεται (σχεδόν) σε μια τελετουργία που δεν του ανήκει πλήρως. Αυτή η απώλεια ελέγχου είναι και η μεγάλη της αξία.
Το Netflix κατάλαβε καλύτερα από όλους τη συμπεριφορά του θεατή ως καταναλωτή, ίσως όμως εξακολουθεί να υποτιμά τον θεατή ως μέλος κοινότητας. Η πλατφόρμα γνωρίζει τι πατάμε, πότε σταματάμε, τι ξαναβλέπουμε, τι αφήνουμε να παίζει στο φόντο. Δεν μπορεί όμως να μετρήσει πλήρως το ρίγος μιας γεμάτης αίθουσας όταν μια ταινία ξεφεύγει από την ατομική κατανάλωση και γίνεται κοινωνική εμπειρία. Το box office του «Backrooms» και του «Obsession» δεν λέει απλώς ότι οι νέοι πηγαίνουν σινεμά, αλλά ότι υπάρχει λόγος να βγουν από το σπίτι.
Αυτό είναι το σημείο που κάνει τη δήλωση του Lin τόσο meh (που θα έλεγαν και οι χαρακτήρες των κόμικς)… Δεν λέει μόνο ότι το Netflix δεν γουστάρει τις αίθουσες, υποστηρίζει ότι έχει επιλέξει ποια μορφή καλλιτεχνικής φιλοδοξίας που χωράει στο μοντέλο του για να παραμένει «αυτοκράτορας στο χωριό του».
Η ιστορία του κινηματογράφου γράφτηκε πάντοτε από δημιουργούς που «δεν χώρεσαν» εύκολα στα «μοντέλα». Από ανθρώπους που ήθελαν χρόνο, σκοτάδι, οθόνη, ήχο, σώματα δίπλα σε άλλα σώματα. Η αίθουσα δεν είναι νοσταλγία. Είναι τεχνολογία συγκέντρωσης. Είναι ο τελευταίος χώρος όπου μια εικόνα δεν ζητά απλώς να προβληθεί, αλλά να μας κυριεύσει.
Γι’ αυτό η μάχη δεν είναι ανάμεσα στο παλιό και το νέο. Είναι ανάμεσα στο σινεμά ως εμπειρία και στο σινεμά ως αρχείο. Το streaming έχει τη θέση του, την ευκολία του, ακόμη και τη δημοκρατική του χρησιμότητα. Η μεγάλη οθόνη κερδίζει και από τη Β’ Εθνική τις πλατφόρμες επειδή θύμισε κάτι απλό: το σινεμά δεν είναι μόνο το περιεχόμενο που βλέπουμε, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αποφασίζουμε να το μοιραστούμε.
www.ertnews.gr
Ακολουθήστε το myvolos.net στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.