
Για δεκαετίες μετά την ανακάλυψη του ιού Έμπολα το 1976, τα κρούσματα της ασθένειας ήταν σχετικά λίγα και περιορισμένα, επηρεάζοντας το πολύ μερικές εκατοντάδες ανθρώπους. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, οι επιδημίες Έμπολα πλήττουν χιλιάδες και ακόμη και δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους σε πολλές χώρες. Η επιδημία του 2014 στη Δυτική Αφρική μόλυνε πάνω από 28.000 ανθρώπους σε 10 χώρες και τρεις ηπείρους. Το τρέχον ξέσπασμα, που ξεκίνησε στις αρχές Μαΐου και δεν δείχνει σημάδια ύφεσης, ευθύνεται για 363 επιβεβαιωμένα κρούσματα στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και έχει επεκταθεί και στην Ουγκάντα.
Η καθιερωμένη ερμηνεία αποδίδει το φαινόμενο στην αύξηση του πληθυσμού και στη στενότερη διασύνδεσή του, γεγονός που διευκολύνει τη διάδοση των παθογόνων. Όμως, υπάρχει ένας πιο θεμελιώδης παράγοντας: ο μετασχηματισμός της υποκείμενης οικολογίας του Έμπολα, η οποία αναδιαμορφώνεται, εν μέρει, από την αυξανόμενη παγκόσμια ζήτηση για ορυκτά που τροφοδοτούν την τεχνολογική οικονομία.
Συνήθως, ιοί όπως ο Έμπολα εντοπίζονται στους ζωικούς ξενιστές τους – κυρίως στις νυχτερίδες– όπου παραμένουν σε λανθάνουσα κατάσταση χωρίς να προκαλούν σημαντική βλάβη. Οι μολυσμένες νυχτερίδες που ζουν σε περιοχές όπως η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, όπου βρίσκεται το 60% του δεύτερου μεγαλύτερου τροπικού δάσους στον κόσμο, συνήθως έρχονται σε επαφή μόνο με λίγους ανθρώπους σε απομακρυσμένες περιοχές, προκαλώντας μικρές επιδημίες που εξαφανίζονται γρήγορα. Με την πάροδο του χρόνου και την επανειλημμένη έκθεση, οι άνθρωποι που ζουν κοντά στις νυχτερίδες αποκτούν μερική ανοσία.
Ωστόσο, η αποψίλωση των δασών διαταράσσει αυτή τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα σε ζώα-φορείς και ανθρώπους. Οι νυχτερίδες δεν εξαφανίζονται αλλά συγκεντρώνονται στα εναπομείναντα τμήματα δάσους, πιο κοντά στους ανθρώπους, αυξάνοντας τις πιθανότητες επαφής. Γι’ αυτό, με κάθε αύξηση της αποψίλωσης των δασών στην κεντρική Αφρική, όπως διαπίστωσε μια ανάλυση του 2025, η συχνότητα εμφάνισης ελονοσίας και Έμπολα αυξάνεται κατά 20% έως 40%. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η επιδημία Έμπολα του 2014 προηγήθηκε της απώλειας του 85% της δασικής κάλυψης στη νοτιοδυτική γωνία της Γουινέας, όπου ξεκίνησε η επιδημία. Η τρέχουσα επιδημία Έμπολα συνδέεται με απώλεια 1,5 εκατ. στρεμμάτων τροπικού δάσους το 2024, σύμφωνα με δορυφορικά δεδομένα που αναλύθηκαν από το Global Forest Watch.
Ο ρόλος της εξόρυξης στην επιτάχυνση της αποψίλωσης
Η ανθρώπινη πίεση στα δάση δεν είναι κάτι καινούριο, αλλά στη ΛΔ Κονγκό υπάρχει ένας επιπλέον παράγοντας: η λεγόμενη «χειροτεχνική εξόρυξη» («artisanal mining»), όπου οι ντόπιοι σκάβουν για ορυκτά όπως χρυσό, κολτάνιο και κοβάλτιο, για να τα πουλήσουν στην παγκόσμια αλυσίδα εφοδιασμού μέσω ενός άτυπου δικτύου λαθρεμπόρων και μεσαζόντων.
Αυτού του είδους η εξόρυξη αυτή απασχολεί περίπου 2 εκατομμύρια ανθρώπους στο Κονγκό. Η χώρα, αν και πλούσια σε ορυκτά αξίας τρισεκατομμυρίων, παραμένει πολιτικά ασταθής, με αποτέλεσμα μεγάλο μέρος του πλούτου της να μένει αναξιοποίητο από τη βιομηχανία.
Ταυτόχρονα, η αυξανόμενη παγκόσμια ζήτηση για τα λεγόμενα «3TG» ορυκτά (βολφράμιο, κασσίτερος, ταντάλιο και χρυσός) που απαιτούνται για την κατασκευή τεχνολογικών προϊόντων- από ημιαγωγούς έως smartphones– αναμένεται να τριπλασιαστεί τα επόμενα χρόνια. Το 2018, ο Ντόναλντ Τραμπ ανέστειλε τους κανονισμούς κατά των λεγόμενων «ορυκτών από εμπόλεμες περιοχές» και πέρυσι υπέγραψε συμφωνία με τη ΛΔΚ για πρόσβαση στα ορυκτά της με αντάλλαγμα την ασφάλεια.
Για τους κατοίκους των δασικών περιοχών, η επιλογή συχνά είναι μεταξύ παραδοσιακής γεωργίας- που πλήττεται από την κλιματική αλλαγή, τη μείωση της γονιμότητας του εδάφους και τις συγκρούσεις- και της εξόρυξης. Όταν ο Μάλτε Λάντεβιγκ από το Νορβηγικό Πανεπιστήμιο Βιοεπιστημών συνομίλησε με κατοίκους της ανατολικής ΛΔΚ, διαπίστωσε ότι η χειροτεχνική εξόρυξη είχε γίνει μια «ευρέως διαδεδομένη δραστηριότητα βιοπορισμού», στην οποία συμμετείχαν πάνω από το 30% των τοπικών νοικοκυριών.
Πώς η εξόρυξη μεταβάλλει την οικολογία του Έμπολα
Η αναζήτηση ορυκτών όμως μεταβάλλει και την οικολογία του Έμπολα: οι αγρότες επεκτείνονται στα όρια των δασών, ενώ οι μεταλλωρύχοι διεισδύουν βαθιά στο εσωτερικό τους. Πολλοί από αυτούς προέρχονται από διαφορετικές περιοχές και δεν διαθέτουν φυσική ανοσία στον ιό, ενώ για την επιβίωσή τους βασίζονται στο κυνήγι ζώων, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο μόλυνσης. Σε απομονωμένους οικισμούς εξόρυξης, με κακές συνθήκες υγιεινής, οι παθογόνοι οργανισμοί μπορούν να εξαπλωθούν γρήγορα.
Η πρόληψη ως τρίτος πυλώνας πολιτικής για τις πανδημίες
Παρότι δεν είναι ακόμη σαφές αν η εξόρυξη έπαιξε ρόλο στη σημερινή επιδημία, τα δεδομένα δείχνουν ότι τα πρώτα κρούσματα εμφανίστηκαν σε περιοχή με έντονη δραστηριότητα εξόρυξης χρυσού. Δορυφορικές εικόνες καταγράφουν επίσης ταχεία αποψίλωση γύρω από την περιοχή, καθώς η οικονομική πίεση οδηγεί σε νέα επέκταση προς το δάσος.
Σε συνθήκες θανατηφόρων επιδημιών, είναι εύλογο οι ειδικοί και οι υπεύθυνοι πολιτικής να επικεντρώνονται στην αντιμετώπιση των κρουσμάτων και στην καλύτερη προετοιμασία για μελλοντικά κύματα. Ωστόσο, στην περίπτωση νέων στελεχών όπως το Bundibugyo, τα οποία μπορεί να διαφεύγουν των διαγνωστικών τεστ και των εμβολίων, καμία ετοιμότητα δεν επαρκεί για να ανακόψει την εκθετική τους εξάπλωση από τα πρώτα στάδια. Ο μόνος ουσιαστικά αποτελεσματικός άξονας πολιτικής είναι ο συχνά παραμελημένος τρίτος πυλώνας: η πρόληψη των οικολογικών διαταραχών που επιτρέπουν την είσοδο νέων παθογόνων στον ανθρώπινο πληθυσμό. Αυτό προϋποθέτει αυξημένη προσοχή στην υγεία των οικοσυστημάτων, όπως τα δάση της λεκάνης του Κονγκό, και στη σύνδεσή τους με τα ορυκτά που καταλήγουν στα smartphones μας.
Πηγή: Guardian
www.ertnews.gr
Ακολουθήστε το myvolos.net στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.